Ήμουν ένα πολύ χαρούμενο κοριτσάκι που διασκέδαζε βλέποντας αδιάκοπα καινούρια πράγματα και που όλοι το προστάτευαν και το φρόντιζαν. Κι όμως κάτι δεν πήγαινε καλά από τότε που άρχισαν να με πιάνουν κάτι κρίσεις μανίας. Τότε χτυπιόμουν στο πάτωμα, το πρόσωπο μου γινόταν μπλαβί και μ’ έπιαναν σπασμοί.
Συχνά αναρωτιόμουν τι νόημα είχαν άραγε αυτά τα ξεσπάσματα κι έψαχνα να βρω την αιτία τους. Νομίζω ότι ένα μέρος τους οφείλεται σε μία έντονη ζωτικότητα και ένα εξτρεμισμό που ποτέ δεν με εγκατέλειψαν εντελώς. εγκατέλειψαν εντελώς. Η αποστροφή μου για ορισμένα πράγματα έφτανε μέχρι τη ναυτία κι όσο για τις επιθυμίες μου αυτές, μου γινόταν στο τέλος έμμονες ιδέες. Έτσι δημιουργήθηκε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στα πράγματα που μου άρεσαν και σ’ εκείνα που αντιπαθούσα. Δεν μπορούσα να δεχτώ έτσι αδιάφορα αυτές τις απότομες μεταπτώσεις από την πληρότητα στο κενό, από την ευδαιμονία στον τρόμο. Όταν τις θεωρούσα αναπόφευκτες τότε υποτασσόμουν σ’ αυτές. Ποτέ δεν τα έβαλα με τα αντικείμενα! Αρνιόμουν όμως να υποχωρήσω μπροστά σ’ αυτή την άπιαστη δύναμη: Τις λέξεις !Αυτό που με εξόργιζε ήταν ένα απλό <<πρέπει… δεν πρέπει>> μπορούσε να γκρεμίσει μέσα σε μία στιγμή καθετί που άρχιζα να δημιουργώ, καθώς και τη χαρά που μου προκαλούσε η δημιουργία. Η αυθαιρεσία των διαταγών και των απαγορεύσεων που μου γινόταν εμπόδιο αποδείκνυε πόσο δεν ευσταθούσαν.
Με εξανάγκαζαν συνεχώς να κάνω διάφορα πράγματα χωρίς ποτέ να μου εξηγούν την αναγκαιότητα τους. Στο βάθος αυτού του νόμου που με εξουθένωνε με την αμείλικτη σκληράδα του, διέκρινα μια απουσία που μου προκαλούσε ίλιγγο. Χαμένη σ’ αυτή την άβυσσο ούρλιαζα με όλη μου τη δύναμη. Γαντζωνόμουν στο πάτωμα και χτυπούσα τα πόδια μου προσπαθώντας να αντισταθώ με το κορμί μου σ’ αυτή την αόρατη δύναμη που με τυραννούσε! Την ανάγκαζα να πάρει σάρκα και οστά. Με τραβούσαν από τα χέρια και μ’ έκλειναν μέσα στο δωμάτιο-έμοιαζε τόσο σκοτεινό εκείνες τις στιγμές, το σκοτάδι αυτό με αγαλλίαζε και με αγκάλιαζε! Τότε πια όμως μπορούσα να χτυπιέμαι στους τοίχους με τα χέρια και τα πόδια αντί να παλεύω ενάντια σε αόρατες δυνάμεις. Ήξερα καλά πόσο μάταιος ήταν αυτός ο αγώνας. Όμως εγώ δεν το ‘βαζα κάτω, ήθελα να ολοκληρώσω την ήττα μου. Μέσα στις κραυγές που μου θόλωναν τα μάτια, έπαυε πια να υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος, το αντικείμενο της επιθυμίας μου καθώς και τα εμπόδια που με χώριζαν απ’ αυτό δεν είχαν πια σημασία. Ένιωθα εντελώς ανίσχυρη!Το μόνο που απέμενε ήταν ο εαυτός μου, απογυμνωμένος, που ξέσπαγε σε παρατεταμένα ουρλιαχτά.
Οι βίαιες αντιδράσεις μου τρόμαζαν τους άλλους. Ντρεπόμουν γι’ αυτές τις υπερβολές που δεν μπορούσα τελικά να δικαιολογήσω κι έτσι το μόνο που κατάφερνα ήταν να νιώσω τύψεις! Κι αυτές όμως διαλύονταν πολύ γρήγορα γιατί οι άλλοι με συγχωρούσαν σχεδόν αμέσως.
Σε τελευταία ανάλυση αυτές μου οι εκρήξεις ήταν ένα αντιστάθμισμα στην αυθαιρεσία των νόμων που με καταπίεζαν, δεν μου άφηναν περιθώρια να κρατάω μέσα μου κακία.
